007. Τοποθέτηση καθηγητού Δημητρίου Τσελεγγίδη.

Δ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ

ΠΕΙΡΑΙΑΣ 15-2-2012

«ΜΕ­ΤΑ-ΠΑ­ΤΕ­ΡΙ­ΚΗ» Ή «ΝΕ­Ο­-ΒΑΡ­ΛΑ­Α­ΜΙ­ΤΙ­ΚΗ» ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΙΑ;

Α­ΓΝΟΙ­Α Ή ΑΡ­ΝΗ­ΣΗ ΤΗΣ Α­ΓΙ­Ο­ΤΗ­ΤΑΣ;

ΚΡΙ­ΤΗ­ΡΙΑ ΤΟΥ ΟΡ­ΘΟ­ΔΟ­ΞΩΣ ΚΑΙ Α­ΠΛΑ­ΝΩΣ ΘΕ­Ο­ΛΟ­ΓΕΙΝ

Ὑ­πό­τι­τλος:

Ἡ ὑ­πε­ρο­ψί­α καί ἡ θε­ο­λο­γι­κή ἐ­κτρο­πή τῶν ἐ­πί­δο­ξων

«με­τα­πα­τε­ρι­κῶν» θε­ο­λό­γων

Γιά νά ἀ­πο­φύ­γου­με κά­θε ἐν­δε­χό­με­νη ὁ­ρο­λο­γι­κή σύγ­χυ­ση, θά προ­βοῦ­με εὐ­θύς ἐ­ξαρ­χῆς σέ μιά ἀ­πα­ραί­τη­τη δι­ευ­κρί­νι­ση τοῦ νε­ό­κο­που ὅ­ρου «με­τα-πα­τε­ρι­κός». Ἡ νέ­α αὐ­τή ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ὁ­ρο­λο­γί­α ἐ­πι­δέ­χε­ται ποι­κίλες ἑρ­μη­νεῖ­ες, οἱ ἐ­πι­κρα­τέ­στε­ρες ὅ­μως ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶς εἶ­ναι, κα­τά τή γνώ­μη μας, οἱ ἑ­ξῆς δύ­ο: α) Ὅ­ταν στό πρῶ­το συν­θε­τι­κό τῆς λέ­ξε­ως μετα- προσ­δί­δε­ται χρο­νι­κή ση­μα­σί­α, ὁ­πό­τε στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση γίνεται λόγος γιά τό τέ­λος τῆς Πα­τε­ρι­κῆς ἐ­πο­χῆς. Καί β) ὅ­ταν στό πρῶ­το συν­θε­τι­κό τῆς λέξεως προσ­δί­δε­ται κρι­τι­κή ση­μα­σί­α, ὁ­πό­τε ἡ σύν­θε­τη λέ­ξη «με­τα­-πα­τε­ρι­κός» ση­μαί­νει σχε­τι­κο­ποί­η­ση, με­ρι­κή ἤ ὁ­λι­κή ἀμ­φι­σβή­τη­ση, ἐ­πα­να­θε­ώ­ρη­ση, νέ­α ἀ­νά­γνω­ση, ἤ καί ὑ­πέρ­βα­ση τῆς θε­ο­λο­γι­κῆς σκέ­ψε­ως τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Οἱ σύγ­χρο­νοι ἐ­πι­στή­μο­νες θε­ο­λό­γοι, πού ἐ­πι­χεί­ρη­σαν ἔμ­με­σα ἤ ἄ­με­σα νά αὐ­το­προσ­δι­ο­ρι­στοῦν ὡς «με­τα-πα­τε­ρι­κοί», χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ἐ­ναλ­λα­κτι­κῶς καί τίς δύ­ο ἑρ­μη­νεῖ­ες, κυ­ρί­ως ὅ­μως τή δεύ­τε­ρη πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στή σχε­τι­κο­ποί­η­ση καί τε­λι­κά στήν ὑ­πέρ­βα­ση τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Τό κα­τα­στρε­πτι­κό­τε­ρο ἔρ­γο στίς συ­νει­δή­σεις τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ θεολογικοῦ κό­σμου εὐ­ρύ­τε­ρα τό ἔ­κα­ναν, κα­τά τή γνώ­μη μας, οἱ Προ­τε­στάν­τες. Καί τοῦ­το, ἐ­πει­δή αὐ­τοί ἀμ­φι­σβή­τη­σαν εὐ­θέ­ως τό κύ­ρος τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ὅ­πως ἄλ­λω­στε καί τή σύ­νο­λη Ἀ­πο­στο­λι­κή καί Πα­τε­ρι­κή Πα­ρά­δο­σή της. Ταυ­τό­χρο­να, ἀ­κύ­ρω­σαν ἐ­πι­σή­μως, οὐ­σι­α­στι­κά καί τυ­πι­κά, τήν ἁ­γι­ό­τη­τα ὅ­λων τῶν ἐ­πω­νύ­μων ἁ­γί­ων, ἀμ­φι­σβη­τών­τας μέ τόν τρό­πο αὐ­τό καί τήν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ἐμ­πει­ρί­α τῆς ἑ­κά­στο­τε στρα­τευ­ο­μέ­νης ἐ­πί γῆς Ἐκ­κλη­σί­ας.

Ἀν­τί­στοι­χα, τό κα­τα­στρε­πτι­κό­τε­ρο ἔρ­γο στή δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τοῦ πλη­ρώ­μα­τος τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας τό ἔ­κα­νε καί ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά τό κά­νει ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός. Ὁ Οἰ­κου­με­νι­σμός ἀ­πο­τε­λεῖ σή­με­ρα τόν δυ­σώ­δη φο­ρέ­α τοῦ δι­α­χρι­στι­α­νι­κοῦ καί δι­α­θρη­σκεια­κοῦ συγ­κρη­τι­σμοῦ καί κα­τά συ­νέ­πεια τόν πιό ἐ­πί­ση­μο φο­ρέ­α τῆς ἐ­πι­κιν­δυ­νό­τε­ρης πο­λυ-αι­ρέ­σε­ως ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν, ἐ­πει­δή συμ­βάλ­λει ἀ­πο­φα­σι­στι­κά στήν ἄμ­βλυν­ση τοῦ ὀρ­θο­δό­ξου κρι­τη­ρί­ου καί τῆς ὀρ­θο­δό­ξου αὐ­το­συ­νει­δη­σί­ας. Συγ­κε­κρι­μέ­να, διά τῶν ἐκ­προ­σώ­πων του, το­πι­κῶς καί δι­ε­θνῶς, ἐ­πι­χει­ρεῖ δια­ρκῶς καί βαθ­μια­ίως ὅ­λο καί με­γα­λύ­τε­ρες «ἐκ­πτώ­σεις» στήν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή-δογ­μα­τι­κή συ­νεί­δη­ση τῶν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στων πνευ­μα­τι­κῶς ὀρ­θο­δό­ξων πι­στῶν. Καί αὐ­τό τό ἐ­πι­τυγ­χά­νει εἰ­δι­κό­τε­ρα μέ τή σχε­τι­κο­ποί­η­ση ἤ καί τήν ἀ­κύ­ρω­ση στήν πρά­ξη τοῦ κύ­ρους τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, καί μά­λι­στα συλ­λο­γι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ών τους, στό πλαί­σιο τῶν Οἰ­κου­με­νι­κῶν Συ­νό­δων. Βλέ­πε λ.χ. τήν κα­τά­φο­ρη καί κα­τ’ ἐ­ξα­κο­λού­θη­ση, ἐ­δῶ καί χρό­νια, πα­ρα­βί­α­ση τοῦ Β΄ Κα­νό­να τῆς Πεν­θέ­κτης Οἰ­κου­με­νι­κῆς Συ­νό­δου, πού ἀ­πα­γο­ρεύ­ει ρη­τῶς συμ­προ­σευ­χή μέ ἀ­κοι­νώ­νη­τους καί ἑ­τε­ρό­δο­ξους, μέ τή σα­φῆ ἀ­πει­λή τῆς κα­θαι­ρέ­σε­ως τῶν κλη­ρι­κῶν καί τοῦ ἀ­φο­ρι­σμοῦ τῶν λα­ϊ­κῶν, πού τόν πα­ρα­βιά­ζουν.

Στό πα­ρα­πά­νω εὐ­ρύ­τε­ρα ἐκ­κο­σμι­κευ­μέ­νο θε­ο­λο­γι­κό κλῖ­μα, καί εἰ­δι­κό­τε­ρα καί κα­τε­ξο­χήν στό κα­θαυ­τό πνεῦ­μα τοῦ Οἰ­κου­με­νι­σμοῦ, πού πε­ρι­γρά­ψα­με, ἐν­τάσ­σε­ται ὀργανικά καί τό ἐμ­φα­νι­ζό­με­νο τόν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό κί­νη­μα τῶν ἐ­πί­δο­ξων «με­τα-πα­τε­ρι­κῶν» θε­ο­λό­γων. Ἀ­σφα­λῶς, τό κί­νη­μα αὐ­τό ἔ­χει σα­φῶς καί προ­τε­σταν­τι­κές ἐ­πι­δρά­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες εἶ­ναι ἐμ­φα­νέ­στε­ρες, κυ­ρί­ως, στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα το­πο­θέ­τη­ση τῶν «με­τα-πα­τε­ρι­κῶν» θε­ο­λό­γων, ἔ­ναν­τι τοῦ μέ­χρι σή­με­ρα δι­α­χρο­νι­κοῦ κύ­ρους τῆς θε­ο­λο­γι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων.

Στή σύν­το­μη θε­ο­λο­γι­κή το­πο­θέ­τη­σή μας θά ἑ­στι­ά­σου­με κα­τε­ξο­χήν στό φρό­νη­μα καί ὄ­χι στό πρό­σω­πο τῶν «με­τα-πα­τε­ρι­κῶν» θε­ο­λό­γων, κα­θώς καί στά κρι­τή­ρια τῆς ὑ­πο­δη­λου­μέ­νης θε­ο­λο­γί­ας τους.

Δυ­στυ­χῶς, οἱ ἀ­γα­πη­τοί ἐν Χρι­στῶ ἀ­δελ­φοί μας «με­τα-πα­τε­ρι­κοί» θε­ο­λό­γοι, μέ τίς πα­ρά­τολ­μες, ἤ μᾶλ­λον μέ τίς θρα­σύ­τα­τες καί οὐ κα­τ’ ἐ­πί­γνω­σιν, ἴ­σως, δι­α­τυ­πώ­σεις τους, ἐμ­φα­νί­ζον­ται πρα­κτι­κῶς νά ἀ­γνο­οῦν πλή­ρως τί εἶ­ναι ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα κα­θε­αυ­τήν, καί κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τί εἶ­ναι κα­θε­αυ­τήν ἡ ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κή ζω­ή τῶν ἁ­γί­ων, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πο­τε­λεῖ, κα­τά τήν ἐμ­πει­ρί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, τήν θε­με­λι­ώ­δη προ­ϋ­πό­θε­ση τοῦ Ὀρ­θο­δό­ξως καί ἀ­πλα­νῶς θε­ο­λο­γεῖν. Ἀ­κό­μη εἰ­δι­κό­τε­ρα, ἐμ­φα­νί­ζον­ται στά κείμενα νά ἀ­γνο­οῦν, ὅ­τι Ὀρ­θό­δο­ξη καί ἀ­πλα­νῆ θε­ο­λο­γί­α πα­ρά­γουν πρω­το­γε­νῶς μό­νον ὅ­σοι κα­θα­ρί­στη­καν ἀ­πό τήν ἀ­κα­θαρ­σί­α τῶν πα­θῶν τους, καί κυ­ρί­ως ὅ­σοι φω­τί­στη­καν καί θε­ώ­θη­καν ἀ­πό τίς ἄ­κτι­στες ἐλ­λάμ­ψεις τῆς θε­ο­ποι­οῦ Χά­ρι­τος. Ἡ ἐ­πι­χει­ρού­με­νη, αὐ­θα­δῶς, ὑ­πέρ­βα­ση τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων, ἐκ μέ­ρους τῶν «με­τα-πα­τε­ρι­κῶν» θε­ο­λό­γων, κλο­νί­ζει τήν ἀ­πα­ραί­τη­τη γιά τούς πι­στούς βε­βαι­ό­τη­τα, ὡς πρός τήν δι­α­χρο­νι­κή ἰ­σχύ τῆς ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἰ­σά­γει ἀ­θέ­μι­τα καί πο­νη­ρά τήν προ­τε­σταν­τι­κοῦ τύ­που θε­ο­λο­γι­κή πι­θα­νο­λο­γί­α. Μέ τόν τρό­πο ὅ­μως αὐ­τό, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, «με­ταί­ρον­ται ὅ­ρια, ἅ ἔ­θεν­το οἱ Πα­τέ­ρες ἡ­μῶν». Ἀλ­λά τοῦ­το πα­ρα­βιά­ζει βά­ναυ­σα τό­σο τόν ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κό ὅ­σο καί τόν θε­ό­πνευ­στο βι­βλι­κό λό­γο. [Βλ. Πα­ροιμ.]

Μέ βά­ση τά πα­ρα­πά­νω (καί μό­νον αὐ­τά), θά μπο­ρού­σα­με νά ὑ­πο­στη­ρί­ξου­με ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶς, ὅ­τι οἱ ἐ­πί­δο­ξοι «με­τα­πα­τε­ρι­κοί» θε­ο­λό­γοι, σα­φῶς, δέν ἔ­χουν τίς προ­ϋ­πο­θέ­σεις τῆς ἁ­γι­ο­πατερι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας. Για­τί, ἀ­λή­θεια, πῶς θά μπο­ροῦ­σαν νά ὑ­πο­στη­ρί­ξουν ὅ­τι τίς ἔ­χουν, ὅ­ταν συμ­βαί­νει νά εἰ­ση­γοῦν­ται αὐ­θα­δῶς τήν ὑ­πέρ­βα­ση τῶν Πα­τέ­ρων τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, ἤ ὅ­ταν ἐ­πι­χει­ροῦν νά εἰ­σα­γά­γουν στήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή θε­ο­λο­γι­κή σκέ­ψη μιά Δυ­τι­κοῦ τύ­που θε­ο­λο­γι­κή καί γνω­σι­ο­λο­γι­κή πι­θα­νο­λο­γί­α, πού ὡς προ­ϋ­πό­θε­σή της ἔ­χει τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή-ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κή θω­ρά­κι­ση καί τόν θε­ο­λο­γι­κό στο­χα­σμό; Αὐ­τή κα­θε­αυ­τήν, ἄλ­λω­στε, ἡ ἔ­παρ­ση ὁ­δη­γεῖ στήν ἀ­πεμ­πό­ληση τῆς χα­ρι­σμα­τι­κῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, τό ὁποῖο ἐγγυᾶται τήν γνησιότητα τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας.

Τά ἐ­πι­στη­μο­νι­κά-ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κά κρι­τή­ρια, πού εἰ­ση­γοῦν­ται οἱ «με­τα-πα­τε­ρι­κοί» θε­ο­λό­γοι, ὡς τεκ­μή­ρια τῆς ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τάς τους, δέν συμ­πί­πτουν ἀ­πα­ραι­τή­τως μέ τά ἐκ­κλη­σι­α­στι­κά κρι­τή­ρια τοῦ θε­ο­λο­γεῖν ὀρ­θο­δό­ξως καί ἀ­πλα­νῶς, ὅ­ταν μά­λι­στα τά κρι­τή­ρια αὐ­τά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται ἀ­προ­ϋ­πο­θέ­τως. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή θε­ο­λο­γί­α ἔ­χει σα­φῶς καί κυ­ρί­ως ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κά κρι­τή­ρια. Τό κα­τε­ξο­χήν καί κο­ρυ­φαῖ­ο κρι­τή­ριο τοῦ ἀ­πλα­νοῦς χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας εἶ­ναι ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τῶν θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων, οἱ ὁ­ποῖ­οι τήν δι­α­τύ­πω­σαν.

Προ­κα­λεῖ βα­θύ­τα­τη θλί­ψη ἡ πα­χυ­λή ἄ­γνοι­α καί ἡ ἐ­π’ αὐτῆς ἐ­ρει­δο­μέ­νη ἔ­παρ­ση τῶν «με­τα-πα­τε­ρι­κῶν» θε­ο­λό­γων, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­πι­χει­ροῦν, ὅ­λως ἀ­μα­θῶς, νά ὑ­πο­κα­τα­στή­σουν τήν ἐ­νο­χλη­τι­κή μᾶλ­λον γι’ αὐ­τούς ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή θε­ο­λο­γί­α τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας μέ τήν ἐ­πι­και­ρο­ποι­η­μέ­νη ἐ­πι­στη­μο­νι­κή-ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κή θε­ο­λο­γί­α τους. Μέ τήν στά­ση τους αὐ­τή φα­νε­ρώ­νουν σα­φῶς, ὅ­τι δέν γνω­ρί­ζουν στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πώς οἱ Πα­τέ­ρες εἶ­ναι ἐ­νερ­γῶς θε­ο­φό­ροι καί ἅ­γιοι τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἀ­γνοῦν ὅ­μως κυ­ρί­ως, ὅ­τι ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τῶν Ἁ­γί­ων καί ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι μί­α καί ἡ αὐ­τή, κα­τά τόν ἅ­γιο Γρη­γό­ριο Νύσ­σης. Δη­λα­δή ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα τῶν ἁ­γί­ων ἔ­χει ὀν­το­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα καί εἶ­ναι ἄ­κτι­στη ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Θε­οῦ, στήν ὁ­ποί­α με­τέ­χον­τας ὁ πι­στός ἄμεσα καί προ­σω­πι­κά, καί ὑ­πό σα­φεῖς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις, κα­θί­στα­ται «ἐν πά­σῃ αἰ­σθή­σει» κοι­νω­νός τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας τοῦ ἴ­διου τοῦ Θε­οῦ. Εἶ­ναι λοι­πόν εὐ­νό­η­το, ὅ­τι ὁ χα­ρα­κτή­ρας τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων εἶ­ναι ἄ­κτι­στος.

Οἱ με­γά­λοι Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­ξέ­φρα­σαν ἀ­πλα­νῶς τήν Ἀ­πο­στο­λι­κή Πα­ρά­δο­ση στήν ἐ­πο­χή τους, ἀ­φοῦ ὅ­μως προ­η­γου­μέ­νως τήν βί­ω­σαν ἡ­συ­χα­στι­κῶς-ἀ­σκη­τι­κῶς καί κα­τε­ξο­χήν μυ­στη­ρια­κῶς. Ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος, ὁ Μ. Βα­σί­λει­ος, ὁ ἅ­γιος Μά­ξι­μος ὁ Ὁ­μο­λο­γη­τής, ὁ ἅ­γιος Συ­με­ών ὁ Νέ­ος Θε­ο­λό­γος καί ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς, γιά νά μεί­νου­με ἐν­δει­κτι­κά μό­νον σ’ αὐ­τούς, ἐ­πι­και­ρο­ποί­η­σαν τήν Ἀ­πο­στο­λι­κή καί Πα­τε­ρι­κή Πα­ρά­δο­ση, ἐκ­φρά­ζον­τας σέ λό­για θε­ο­λο­γι­κή γλώσ­σα αὐ­τό ἀ­κρι­βῶς πού βί­ω­ναν ἀ­κτί­στως καί «ἐν πά­σῃ αἰ­σθή­σει» καί οἱ ἄλ­λοι ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, ἀλ­λά καί οἱ ὀ­λι­γο­γράμ­μα­τοι χα­ρι­σμα­τοῦ­χοι, ὅ­πως καί οἱ ἁ­πλοί θε­ο­φό­ροι πι­στοί στήν ἐ­πο­χή τους.

Νά ἐ­πα­νέλ­θου­με ὅ­μως στά κρι­τή­ρια τοῦ θε­ο­λο­γεῖν. Τά ἐ­πι­στη­μο­νι­κά-ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κά κρι­τή­ρια εἶ­ναι κτι­στά. Γι’ αὐ­τό, ἐ­κτός ἀ­πό τό ἀ­σφα­λέ­στατο κρι­τή­ριο τῆς ἀ­κτί­στου ἁ­γι­ό­τη­τας, ἡ μό­νη δι­α­σφά­λι­ση γιά ἀ­πλα­νῆ ὀρ­θό­δο­ξη, ἐ­πι­στη­μο­νι­κή θε­ο­λο­γί­α μπο­ρεῖ νά ἀ­να­ζη­τη­θεῖ, καί ἀ­πό τούς στε­ρου­μέ­νους τήν ἁ­γι­ό­τη­τα ἐ­πι­στή­μο­νες θε­ο­λό­γους, στό τα­πει­νό φρό­νη­μα, πού ἐ­νέ­χει καί ἐκ­φρά­ζει ἡ δι­α­χρο­νι­κῶς ἐ­φαρ­μο­ζο­μέ­νη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή μέ­θο­δος, ἡ ὁ­ποί­α ση­μαί­νε­ται στή γνω­στή ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή δι­α­τύ­πω­ση: «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σιν». Αὐ­τό, ἄλ­λω­στε, τό τα­πει­νό φρό­νη­μα, τό ὁ­ποῖ­ο δι­α­σφά­λι­ζε καί τήν ἁ­γι­ό­τη­τά τους, εἶ­χαν ὅ­λοι οἱ θε­ο­φό­ροι Πα­τέ­ρες, πού συμ­με­τεῖ­χαν στίς Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους, οἱ ὁ­ποῖ­ες ὁ­ρι­ο­θέ­τη­σαν ἀ­πλα­νῶς τήν ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή θε­ο­λο­γί­α. Ὁ θε­ο­λο­γι­κός στο­χα­σμός, στόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ρέ­σκον­ται νά ἀ­να­φέ­ρον­ται οἱ «με­τα-πα­τε­ρι­κοί» θε­ο­λό­γοι καί ἡ συ­νε­πα­γό­με­νη θε­ο­λο­γι­κή πι­θα­νο­λο­γί­α, δέν προσιδιάζουν στήν Ὀρ­θό­δο­ξη ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή θε­ο­λο­γί­α, ἀλ­λά στήν ἑ­τε­ρό­δο­ξη καί αἱ­ρε­τι­κή, ἡ ὁ­ποί­α, ὅ­πως εὔ­στο­χα χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ἀ­πό τούς θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες, εἶ­ναι «τε­χνο­λο­γί­α» μᾶλ­λον πα­ρά θε­ο­λο­γί­α. Εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τη στήν προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση καί ἡ καίρια πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νη τοῦ Σι­να­ΐ­τη (τῆς Κλί­μα­κος), ὅ­τι «ὁ Θε­όν μή γνούς, (ἐν­νο­εῖται ἐμ­πει­ρι­κῶς καί βιωματικῶς), στο­χα­στι­κῶς ἀ­πο­φαί­νε­ται» (Βλ. Λό­γος Λ΄,13). Ἀλ­λά καί ὁ Ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς θά χρε­ώ­σει στούς λα­τι­νό­φρο­νες βαρ­λα­α­μί­τες τόν χα­μαί­ζη­λο καί ἀν­θρώ­πι­νο θε­ο­λο­γι­κό στο­χα­σμό, ση­μει­ώ­νον­τας ἀν­τι­θε­τι­κῶς, ὅ­τι «ἡ­μεῖς οὐ στο­χα­σμοῖς ἀ­κο­λου­θοῦν­τες, ἀλ­λά θε­ο­λέ­κτοις λο­γί­οις τήν ὁ­μο­λο­γί­αν τῆς πί­στε­ως πε­πλου­τή­κα­μεν» (βλ. Πε­ρί τῆς ἐκ­πο­ρεύ­σε­ως τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος, Λό­γος Β΄, 18).

Ἀλ­λά, ὅ­ταν ἀ­γνο­εῖ­ται καί πα­ρα­­με­ρί­ζε­ται ἡ ἁ­γι­ό­τη­τα, ἤ ἔ­στω ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη θε­ο­λο­γι­κή με­θο­δο­λο­γί­α τοῦ «ἑ­πό­με­νοι τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σιν», εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτη ἡ υἱ­ο­θέ­τη­ση τοῦ «ἐ­λεύ­θε­ρου» θε­ο­λο­γι­κοῦ στο­χα­σμοῦ καί τῆς θε­ο­λο­γι­κῆς πι­θα­νο­λο­γί­ας. Τοῦ­το ὅ­μως ὁ­δη­γεῖ οὐ­σι­α­στι­κά σέ μιά «νε­ο-βαρ­λα­α­μι­τι­κή» θε­ο­λο­γί­α, πού εἶ­ναι ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κή καί ὡς κρι­τή­ριό της ἔ­χει τήν αὐ­το­νο­μη­μέ­νη λο­γι­κή. Ὅ­πως δη­λα­δή ὁ Βαρ­λα­άμ καί οἱ ὁ­πα­δοί του ἀμ­φι­σβή­τη­σαν τόν ἄ­κτι­στο χα­ρα­κτή­ρα τοῦ θεί­ου φω­τός καί τῆς θείας Χάριτος, ἔτσι και οι «μετα-πατερικοί» θεολόγοι σήμερα πα­ρα­γνω­ρί­ζουν στήν πράξη τόν ἄ­κτι­στο καί ἄ­ρα δι­α­χρο­νι­κό χα­ρα­κτή­ρα τῆς ἁ­γι­ό­τη­τας καί τῆς δι­δα­σκα­λί­ας τῶν θε­ο­φό­ρων Πα­τέ­ρων, τούς ὁ­ποί­ους ἀ­ξι­ώ­νουν νά ὑ­πο­κα­τα­στή­σουν στή δι­δα­σκα­λί­α, πα­ρά­γον­τας, κατά τή γνώμη τους, οἱ ἴ­διοι πλέ­ον πρω­το­γε­νῆ θε­ο­λο­γί­α. Αὐ­τό δέν ἀ­πο­τε­λεῖ μί­α ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα Πα­τρο­μα­χί­α, ἀλ­λά κυ­ρί­ως συ­νι­στᾶ μί­α Θε­ο­μα­χί­α, ἐ­πει­δή ἐ­κεῖ­νο πού κα­θι­στᾶ τούς Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ὄντως Πατέρες εἶ­ναι ἡ ἄ­κτι­στη ἁ­γι­ό­τη­τά τους, τήν ὁ­ποί­α ἔμ­με­σα ἀλ­λά οὐ­σι­α­στι­κά πα­ρα­με­ρί­ζουν καί ἀ­κυ­ρώ­νουν μέ ὅ­σα εἰ­ση­γοῦν­ται μέ τήν «με­τα-πα­τε­ρι­κή» θε­ο­λο­γί­α τους.

Ἡ «με­τα-πα­τε­ρι­κή» θε­ο­λο­γί­α, σύμ­φω­να μέ τά κρι­τή­ρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού προ­α­να­φέ­ρα­με, εἶ­ναι ἀ­πό­δει­ξη ἐ­πηρ­μέ­νης δι­α­νοί­ας. Γι’ αὐ­τό καί εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τη ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή νο­μι­μο­ποί­η­σή της. Ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή θε­ο­λο­γί­α εἶ­ναι τα­πει­νή καί εἶ­ναι πάν­το­τε «ἑ­πό­με­νη τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σιν». Αὐ­τό δέν ση­μαί­νει, ὅ­τι ἡ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κή θε­ο­λο­γί­α στε­ρεῖ­ται πρω­το­τυ­πί­ας, δυ­να­μι­σμοῦ, ἀ­να­νε­ω­τι­κοῦ πνεύ­μα­τος καί ἐ­πι­και­ρό­τη­τας. Ἀ­πε­ναν­τί­ας, ἔ­χει ὅ­λα τά πα­ρα­πά­νω χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, για­τί ἀ­πο­τε­λεῖ ἔκ­φρα­ση τῆς ζώ­σας πα­ρου­σί­ας τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος σ’ ἐ­κεῖ­νον, πού θε­ο­λο­γεῖ μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο. Οἱ Πα­τέ­ρες τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ἐ­ξέ­φρα­σαν ὅ­σα βί­ω­σαν ἀ­πό τήν ἐ­νερ­γο­ποί­η­ση τῆς προ­σω­πι­κῆς τους Πεν­τη­κο­στῆς, πάν­το­τε ὅ­μως, πρα­κτι­κῶς, «ἑ­πό­με­νοι» καί ἐν συμ­φω­νί­ᾳ μέ τούς προ­γε­νε­στέ­ρους θε­ο­φό­ρους Πα­τέ­ρες.

Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κή θε­ο­λο­γί­α δέν κα­λεῖ­ται, βε­βαί­ως, νά ὑ­πο­κα­τα­στή­σει τήν ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κή – χα­ρι­σμα­τι­κή θε­ο­λο­γί­α, οὔ­τε ὅ­μως δι­και­οῦ­ται νά πα­ρου­σιά­ζει ἄλ­λην, ἐ­κτός ἀ­πό τήν αὐ­θεν­τι­κή θε­ο­λο­γί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τό ἔρ­γο της εἶ­ναι νά προ­σεγ­γί­ζει, νά δι­ε­ρευ­νᾶ καί νά πα­ρου­σιά­ζει ἐ­πι­στη­μο­νι­κά τό πε­ρι­ε­χό­με­νο τῆς πρω­το­γε­νοῦς θε­ο­λο­γί­ας τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, νά δι­α­κρί­νει καί νά γνω­στο­ποι­εῖ τά κρι­τή­ρια τῆς ἀ­λη­θι­νῆς θε­ο­λο­γί­ας. Μέ τόν τρό­πο αὐ­τό θά πε­τυ­χαί­νε­ται καί θά ἰ­σχυ­ρο­ποι­εῖ­ται ὅ­λο καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἡ σύ­ζευ­ξη τῆς ἁ­γι­ο­πα­τε­ρι­κῆς – χα­ρι­σμα­τι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας μέ τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή θε­ο­λο­γί­α. Καί ὅ­λα αὐ­τά θά προ­ω­θοῦν­ται, μό­νον ὅ­ταν οἱ ἐκ­φρα­στές τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς θε­ο­λο­γί­ας δέν θά εἶ­ναι προ­σω­πι­κῶς ἄ­μοι­ροι τῶν ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κῶν προ­ϋ­πο­θέ­σε­ων καί ἄ­γευ­στοι τῶν ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κῶν βι­ω­μα­τι­κῶν δε­δο­μέ­νων.

Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή καί ἡ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κή θε­ο­λο­γί­α, ὅ­ταν δέν ἔ­χει τίς πα­ρα­πά­νω προ­δι­α­γρα­φές, ὅ­ταν στε­ρεῖ­ται τήν βι­ω­μα­τι­κῶς ἐκ­κλη­σι­ο­λο­γι­κή ἐκ­φο­ρά της, εἶ­ναι στο­χα­στι­κή θε­ο­λο­γί­α καί πτω­χή πνευ­μα­τι­κῶς. Προ­σεγ­γί­ζει μό­νο μέ κτι­στό τρό­πο τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τοῦ κό­σμου καί τῆς ζω­ῆς, καί ἐκ­φρά­ζει, στήν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, ἐλ­λι­πῶς τά πράγ­μα­τα, καί σέ ὁ­ρι­σμέ­νες πε­ρι­πτώ­σεις, δυ­στυ­χῶς, ἀ­πό ἐ­σφαλ­μέ­να ἕ­ως καί αἱ­ρε­τι­κά.

Ἔ­χου­με τήν γνώ­μη, ὅ­τι ἄν οἱ «με­τα-πα­τε­ρι­κοί» θε­ο­λό­γοι εἶ­χαν τίς ἁ­γι­ο­πνευ­μα­τι­κές προ­ϋ­πο­θέ­σεις τῶν Πα­τέ­ρων, θά ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν τα­πει­νά καί ἀ­θό­ρυ­βα νά ὀρ­θο­το­μή­σουν τήν ἀ­λή­θεια γιά τήν ἐ­πο­χή τους, χω­ρίς ἀ­πα­ξι­ω­τι­κές ἤ ἔ­στω ἀμ­φί­ση­μες ἀ­να­φο­ρές στούς ἁ­γί­ους Πα­τέ­ρες. Καί, ἄν τούς δι­καί­ω­ναν τά πράγ­μα­τα, τό­τε ἀ­σφα­λῶς θά ἦ­ταν αὐ­τοί οἱ ἐκ­φρα­στές τῆς ζων­τα­νῆς Ἱ­ε­ρᾶς Πα­ρα­δό­σε­ως τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Τοῦ­το ὅ­μως θά σή­μαι­νε, ἀ­να­πό­φευ­κτα, ὅ­τι δέν θά ἦ­ταν τά λε­γό­με­νά τους ἀν­τί­θε­τα μέ τά λε­γό­με­να τῶν Ἁ­γί­ων πα­τέ­ρων δι­α­χρο­νι­κῶς καί ἰ­δι­αί­τε­ρα δέν θά ἔρ­χον­ταν σέ ἀν­τί­θε­ση μέ ἀ­πο­φά­σεις τους σέ Οἰ­κου­με­νι­κές Συ­νό­δους. Ἔ­τσι, θά ἦ­ταν πε­ριτ­τός ὅ­λος αὐ­τός ὁ θό­ρυ­βος, σχε­τι­κά μέ τήν «με­τα-πα­τε­ρι­κή» θε­ο­λο­γί­α. Ὅ­μως, οἱ ἐ­πί­δο­ξοι «με­τα­-πα­τε­ρι­κοί» θε­ο­λό­γοι γνω­ρί­ζουν πο­λύ κα­λά, ὅ­τι ἡ δι­δα­σκα­λί­α τῶν ἁ­γί­ων Πα­τέ­ρων θέ­τει σα­φῆ ὅ­ρια, τά ὁ­ποῖ­α εἴ­τε δέν τούς εὐ­νο­οῦν προ­σω­πι­κῶς, εἴ­τε ἐμ­πο­δί­ζουν τούς στρα­τη­γι­κούς στό­χους, οἱ ὁποῖοι ὑ­πη­ρε­τοῦν τόν ἀ­γα­πη­μέ­νο τους Οἰ­κου­με­νι­σμό. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια. Ὅλα τά ἄλ­λα εἶ­ναι ἁ­πλῶς τό ἐ­πι­μελη­μέ­νο πε­ρι­τύ­λιγ­μα!

Συμπερασματικά, τέλος, θά μπορούσαμε ἀβίαστα νά ὑποστηρίξουμε, ὅτι ἡ «μετα-πατερική» θεολογία συνιστᾶ σαφῆ καί κραυγαλέα ἀπόκλιση τόσο ἀπό τή μέθοδο ὅσο καί ἀπό τό φρόνημα τῶν Ἁγίων Πατέρων. Ἀπόκλιση δηλαδή ἀπό τήν παραδοσιακή θεολογία, τόσο ὡς πρός τόν τρόπο, τίς προϋποθέσεις καί τά κριτήρια τοῦ Ὀρθοδόξως θεολογεῖν, ὅσο καί ὡς πρός τό περιεχόμενο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἁγιοπατερικῆς θεολογίας.

 Πηγή: hristospanagia1.wordpress.com

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s